




Θα κάνουμε σήμερα μια συνοπτική παρουσίαση των προιόντων της ΕΑΣ Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα που αφορούν τον ελευθερο σκοπευτή -ελαφρύς και φορητός οπλισμός-
Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλίκ στα εικονίδια
ΕΛΛΗΝΕΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΣΚΟΠΕΥΤΕΣ, ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ, ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΧΝΗ,
«Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Η σαιξπηρική διαπίστωση φαίνεται ότι ταιριάζει απόλυτα με τα συμβαίνοντα αρκετά νοτιότερα της Δανιμαρκίας, στην Ελλάδα: Ο Τσεσούρ Σερτ (Cesur Cert), ο Τούρκος «δημοσιογράφος» που ανέβασε την τουρκική σημαία στην Ανατολική Ίμια στις 14.15 της 27ης Ιανουαρίου 1996 και άρπαξε την ελληνική, την περασμένη Παρασκευή επισκέφθηκε με ελληνική βίζα τη χώρα μας ως επίτιμος προσκεκλημένος της νέας τουρκικής αεροπορικής εταιρείας Pegasus, οι υπεύθυνοι της οποίας αδιαφόρησαν για τις αντιδράσεις της Ελληνίδας προξένου στην Σμύρνη, Χαράς Σκολαρίκα!
Την Ελληνίδα πρόξενο ...μετά τις αντιδράσεις της οι Τούρκοι την άφησαν εκτός της παρθενικής πτήσης Σμύρνης-Αθήνας της Pegasus, αν και αρχικά την είχαν προσκαλέσει!
Και ήταν η δεύτερη φορά που o Τσεσούρ Σερτ επισκέφθηκε την χώρα, μια χώρα της οποίας την σημαία ατίμασε: Η πρώτη ήταν μεταξύ των ετών 2004-2005, όταν μάλιστα του χορηγήθηκε από την διπλωματική μας αποστολή στην Τουρκία βίζα…VIP!
Τα γεγονότα της περασμένης Παρασκευής έχουν ως εξής: Η Pegasus μία νέα αεροπορική εταιρεία, ιδιοκτησίας επιχειρηματία στενού φίλου του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν, εγκαινίασε την γραμμή Σμύρνη – Αθήνα.
Στην πρώτη πτήση μεταξύ των επιχειρηματιών, διπλωματών κλπ, κάλεσε και τον Τσεσούρ Σερτ, ο οποίος πήρε άνευ προβλήματος βίζα για να επισκεφθεί την χώρα μας!
Στο αεροδρόμιο, η παρουσία του Τ.Σερτ, έγινε αντιληπτή από την πρόξενο Χαρά Σκολαρίκα, η οποία έθεσε βέτο: «Εγώ με αυτόν δεν ταξιδεύω. Ή εγώ ή αυτός». Και οι Τούρκοι φυσικά απάντησαν «Αυτός»! Έτσι η Ελληνίδα πρόξενος έμεινε στη Τουρκία και ο Τούρκος «δημοσιογράφος» αφίχθηκε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Στον έλεγχο της βίζας στο αεροδρόμιο, όμως, ένας αστυνομικός ο οποίος γνώριζε περί τίνος πρόκειται του απαγόρευσε την είσοδο στη χώρα (η έκδοση βίζας δεν υποχρεώνει τις ελεγκτικές αρχές να επιτρέψουν την είσοδο κάποιου στη χώρα).
Ο Σερτ…διαμαρτυρήθηκε(!), όπως και οι λοιποί Τούρκοι. Μετά από μερικές ώρες, ήρθε η απάντηση από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών: «Δεν είναι χαρακτηρισμένος ως persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) οπότε δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την είσοδό του στην Ελλάδα».
Κατ’αυτό τον τρόπο o Τσεσούρ Σερτ, απόλαυσε την ελληνική φιλοξενία και αποχώρησε με τη πτήση της ίδιας εταιρείας το βράδυ της ίδιας ημέρας για την Τουρκία…
Κάποια εξήγηση των υπευθύνων του ΥΠΕΞ αλλά και (ειδικά) εκείνων που το 2004-2005 έδωσαν VIP βίζα στο άτομο αυτό μήπως θα έπρεπε να υπάρξει; Είναι και θέμα σοβαρότητας και αυτοσεβασμού του ελληνικού κράτους, πέρα από όλα τα άλλα.
Ακόμα και αν δεχθούμε ότι δεν είναι προβακόταρας, πράκτορας της ΜΙΤ ή οτιδήποτε άλλο, είναι ένα άτομο που με την ενέργειά του έφερε δύο κράτη στα πρόθυρα του πολέμου. Πως μπορεί νε επιβραβεύεται με βίζα VIP από ένα κράτος του οποίου ακόμα κρατά την σημαία που έκλεψε;
ΠΗΓΗ:defencenet.gr
Η μόνιμη λοχίας Μαρία Παπαδοπούλου της Εθνικής Φρουράς «έβαλε φέτος γυαλιά» στους 205 καλύτερους επίλεκτους σκοπευτές, μονίμους, κληρωτούς, εφέδρους και εθνοφύλακες, που έλαβαν μέρος στον ετήσιο διαγωνισμό βολής τυφεκίου και, οι οποίοι, από καρδιάς θαύμασαν το επίτευγμά της.
Η 38χρονη μόνιμη λοχίας τεθωρακισμένων Μαρία Παπαδοπούλου πέτυχε το απόλυτο άριστα 10/50 – 100%, στη βολή των τριακοσίων μέτρων με σταθερά σκοπευτικά. Από το 1995 που ξεκίνησε ο ετήσιος διαγωνισμός, είναι μόλις η τρίτη φορά που επετεύχθη το 10/50 άριστα και πρώτη φορά από γυναίκα.
Σεμνή, ψυχωμένη, πειθαρχημένη, εκπαιδευμένη και ικανή η Μαρία Παπαδοπούλου, ανήκει από την αρχή στη Σκοπευτική Ομάδα των Γυναικών της ΕΦ που συγκροτήθηκε πρώτη φορά το 2001 με διαταγή του τότε Αρχηγού ΓΕΕΦ αείμνηστου στρατηγού Ευάγγελου Φλωράκη και διακρίθηκε για τις καλές της επιδόσεις στη σκοποβολή στους έκτοτε διαγωνισμούς.
O ΦΛΩΡΑΚΗΣ πίστευε πολύ και στις ψυχωμένες ένοπλες γυναίκες της ΕΦ και τις ικανότητές τους στο ντουφέκι. Παραμονή της 25ης Μαρτίου 2002, που έδινε δεξίωση για τα ονομαστήριά του, «πείραζε» τον τότε διοικητή των Καταδρομών συνταγματάρχη Νίκο Μπάδρα ότι… «θα σου στείλω τη σκοπευτική ομάδα γυναικών να εκπαιδεύσουν τους λοκατζήδες σου»! Εκείνη τη χρονιά στο διαγωνισμό βολής της 21.3.02, πράγματι οι γυναίκες είχαν ξεπεράσει και τους λοκατζήδες.
ΕΦΕΤΟΣ, όμως, στο διαγωνισμό της 20 και 21.5.09, στις ομαδικές επιδόσεις, πρώτευσαν και στις τρεις κατηγορίες οι σκοπευτικές ομάδες της Διοίκησης Δυνάμεων Καταδρομών:
(α) Στη βολή τυφεκίου με σταθερά σκοπευτικά, η δεκάδα των Λοκατζήδων πέτυχε 98/438 – 92,8%.
(β) Στη βολή με νυκτερινή διόπτρα σκόπευσης, η πεντάδα πέτυχε 50/216 – 93,2% και
(γ) Στη βολή με διόπτρα ημέρας πέτυχε 49/198 – 88,6%.
Τη δεύτερη θέση πέτυχαν, αντιστοίχως, οι ομάδες των σκοπευτών:
(α) 3ης Ταξιαρχίας Λεμεσού,
(β) Ναυτικού και
(γ) Εθνοφυλάκων.
Στην τρίτη θέση, αντιστοίχως, οι σκοπευτικές ομάδες:
(α) 2ας Μεραρχίας Κλήρου,
(β) 1ης Μεραρχίας Λάρνακος και
(γ) 4ης Ταξιαρχίας Λευκωσίας.
Στις τρεις κατηγορίες διαγωνίστηκαν δεκαπέντε δεκαμελείς ομάδες στην πρώτη, οκτώ πενταμελείς στη δεύτερη και επτά πενταμελείς στην τρίτη.
Σύνολο συμμετασχόντων, επιλέκτων στη σκοποβολή με στρατιωτικό τυφέκιο, 225. Εκ των οποίων οι δέκα, γυναίκες υπαξιωματικοί της ΕΦ. Οι σκοπευτικές ομάδες των μαυροσκούφηδων της ΧΧΤΘΤ που διακρίνονταν ή πρώτευαν τα προηγούμενα χρόνια, φέτος ατύχησαν και στις τρεις κατηγορίες.
Στις ατομικές επιδόσεις, εκτός από την πρωτεύσασα στα σταθερά σκοπευτικά, με 10/50 – 100% άριστα, Μαρία Παπαδοπούλου της 20ής Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας,
- πρώτευσε στη βολή με νυκτερινή διόπτρα και επίδοση 10/49 – 99%, ο κληρωτός στρατιώτης του 286ΜΤΠ Παναγιώτης Γερολέμου και
- πρώτευσε στη βολή με διόπτρα ημέρας και επίδοση 10/46 – 96%, ο εθνοφύλακας υπολοχαγός Πάμπος Σωφρονίου του 121ΤΕΘ.
Ο 62χρονος εθνοφύλακας
Ξεχωριστή και από πλευράς ηλικίας, ήταν η επιτυχία του 62χρονου εθνοφύλακα ανθυπολοχαγού Συμίανθου Παύλου του 91ΤΕΘ, ο οποίος, με επίδοση 10/45 – 95%, πρώτευσε ανάμεσα στους εθνοφύλακες και κατετάγη στους δέκα καλύτερους (όλων των ηλικιών) στα σταθερά σκοπευτικά. Παραμένει εθελοντικά για έννατο έτος στην Εθνοφυλακή, από την οποία αποδεσμεύονται όσοι συμπληρώνουν τα 53 τους. Συμμετέχει από το 1995 στους διαγωνισμούς βολής και πρωτο-υπηρέτησε εθελοντικά, ως 17χρονος, στην απόκρουση της Τουρκανταρσίας το 1964, όταν πρωτοδημιουργήθηκε η Εθνική Φρουρά. Σύνολο, δηλαδή… «ενόπλων ετών» σαράντα πέντε! Και η διαφορά ηλικίας από τον 18ρη κληρωτό σκοπευτή, 44 χρονάκια!
Τα έπαθλα του διαγωνισμού βολής, με πρώτο το προεδρικό τυφέκιο «Κηφεύς» στη Μαρία Παπαδοπούλου, απένειμαν την Πέμπτη, 21.5.09, σε ειδική παράταξη στο στρατόπεδο των Καταδρομών που φέρει το όνομα του απαγχονισθέντος ήρωα της ΕΟΚΑ Στέλιου Μαυρομμάτη στο Σταυροβούνι, ο Υπουργός Άμυνας Κώστας Παπακώστας και ο νέος Αρχηγός ΓΕΕΦ αντιστράτηγος Πέτρος Τσαλικίδης.
ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Α. ΜΑΥΡΟΥ
έδωσε το όνομα του στον αστερισμό του Κηφέα
Tο τυφέκιο Μυλωνά, γνωστό επίσης στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία ως M1872 Greek Mylonas ήταν όπλο του ελληνικού στρατού επινόησης του Ευστάθιου Μυλωνά, αρχιτεχνίτη του Οπλοστασίου, όταν εργαζόταν στις τεχνικές εγκαταστάσεις στην Εφορεία Υλικού Πολέμου, ΕΥΠ στην Αθήνα, εκ του οποίου και έλαβε το όνομα. Το τυφέκιο αυτό έλαβε το αριθμό υποδείγματος 1872 από το έτος της πρώτης κατασκευής του.
Το 1874 το Υπουργείο των Στρατιωτικών μετά από πολλές επιτυχείς δοκιμές ενέκρινε την προμήθειά του από τον ελληνικό στρατό, αλλά καθώς δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις ικανές για τη μαζική του παραγωγή η κατασκευή του ξεκίνησε στο εργοστάσιο Emile et Leon Nagant της Λιέγης, στο Βέλγιο.
Το "τυφέκιο Μυλωνά" ήταν ένα οπισθογεμές τυφέκιο με μεταλλικό κάλυκα κατά το σύστημα Κομπλαίν βελγικού υποδείγματος 1871 με το οποίο είχε οπλισθεί τότε η Βελγική Εθνοφρουρά. Υπήρχε σε τρείς εκδόσεις σύμφωνα με την αντίστοιχη γαλλική κατασκευαστική συνήθεια: τυφέκιο του πεζικού, αραβίδα του ιππικού και βραχύκαννο του πυροβολικού. Οι διαστάσεις τους ήσαν οι αντίστοιχες των όπλων γαλλικού υποδείγματος 1866 (Σασεπώ). Ο μηχανισμός διάνοιξης του εμφράγματος του ουραίου της κάννης ενεργοποιούνταν με τη βοήθεια μοχλού που απέληγε σε σχετικά μεγάλη σφαιροειδή λαβή. Η τροφοδοσία γινόταν με εισαγωγή ενός ολομεταλλικού κεντρόφλεκτου φυσιγγίου όπως του γαλλικού τυφεκίου υποδείγματος 1874 Γκρα το οποίο υιοθετήθηκε ως επίσημο υπόδειγμα του ελληνικού στρατού το 1877.
Το τυφέκιο Μυλωνά είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκε απο ορισμένες μονάδες κατά την εισβολή του στρατού στη Θεσσαλίατον Ιανουάριο του 1878 και στις μετέπειτα κινητοποιήσεις, όχι όμως και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπου δεν γίνεται αναφορά για τη χρήση τέτοιων όπλων.
Hotchkiss Hotchkiss 1922/26 | ||
---|---|---|
[[|300px|center]] Hotchkiss 1922/26 | ||
Περιγραφή | ||
Τύπος | Οπλοπολυβόλο | |
Προέλευση | Γαλλία | |
Υπηρεσιακή ιστορία | ||
Υπηρεσία | 1922-1949 | |
Χρήστες | Ελλάδα, Γαλλία, Βραζιλία, Δομινικανή Δημοκρατία | |
Πόλεμοι | Ελληνο-Ιταλικό (1940-41) | |
Ιστορία παραγωγής | ||
Σχεδιαστής | - | |
Χρονολογία σχεδίασης | 1922 | |
Κατασκευαστής | Hotchkiss | |
Χρονολογία παραγωγής | 1926 | |
Ποσότητα | - | |
Κόστος μονάδας | - | |
Εκδόσεις | Mle 22, Mle 26 Grec, Mle34 | |
Τεχνικά χαρακτηριστικά | ||
Διαμέτρημα | 6,55 mm | |
Βάρος | 8,72 kg | |
Μήκος | 1.214 mm | |
Μήκος κάνης | 577 mm | |
Χαρακτηριστικά λειτουργίας | ||
Λειτουργία | Αυτόματο, οπισθοδρόμησης αερίων βολής | |
Φυσίγγια | 6.5 mm × 54 Mannlicher-Schönauer | |
Ταχυβολία | 450 βολές/λεπτό | |
Ταχύτητα εξόδου βλήματος | 745 m/s | |
Βεληνεκές | 500 m | |
Μέγιστο βεληνεκές | 3.300 m | |
Αναχορηγία | άκαμπτη μεταλλική ταινία 25 φυσιγγίων | |
Κλισιοσκόπιο | 1.400 m |
Πίνακας περιεχομένων |
Το οπλοπολυβόλο (Fusil Mitrailleur) FM modèle 1922 είναι ένα κλασσικό σχέδιο αυτόματου όπλου επιστροφής αερίων, με σταθερό κοντάκιο, πιστολοειδή λαβή και ξύλινο χειροφυλακτήρα. Στο χώρο μπροστά από το τμήμα σκανδάλης στεγάζεται ένας μηχανισμός μείωσης του ρυθμού πυρός, ενώ μια κλασσική «πεταλούδα» φραγής ελέγχει την οπισθοδρόμηση των αερίων κατά τη λειτουργία. Διαθέτει ένα πτυσσόμενο, μη τηλεσκοπικό δίποδα. Ο μοχλός κλείστρου βρίσκεται στα δεξιά, όπως και η θυρίδα εξόλκισης. Η αναχορηγία γίνεται από έναν αποσπώμενο γεμιστήρα που εισάγεται από το άνω μέρος ή, στην Ελληνική εκδοχή, από την, τυπική για την εταιρία Hotchkiss, άκαμπτη μεταλλική ταινία, που εισάγεται από την δεξιά πλευρά. Για την εκδοχή αυτή είχε ακόμη αναπτυχθεί και μια μεγαλύτερη, αρθρωτή ταινία από μεταλλικά τμήματα τριών φυσιγγίων, συμβατή με το σύστημα τροφοδοσίας, αλλά που αύξανε την (χαμηλή) πρακτική ταχυβολία του όπλου, αφού δεν απαιτούνταν τόσο συχνή παύση πυρός για αλλαγή ταινίας. Το διαμέτρημά του ποίκιλε, ανάλογα με το χρήστη.
Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, το όπλο προσφέρθηκε χωρίς μεγάλη επιτυχία στη διεθνή αγορά, πρώτα στη Μ. Βρετανία (1922-23), στο διαμέτρημα των 0,303 ιντσών, που το εκτίμησε ευνοϊκά, αν και δεν έγινε τελικά παραγγελία και κατόπιν στην Τσεχοσλοβακία, που στα 1924 παρέλαβε 1.000 περίπου για εκτενείς δοκιμές, αλλά προτίμησε το διάσημο τοπικό οπλοπολυβόλο ZB vz 26.
Το όπλο όμως χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για κάποιο χρονικό διάστημα από τη Δομινικανή Δημοκρατία και τη Βραζιλία στο διαμέτρημα των 7 mm.
Στα 1926, η δικτατορική κυβέρνηση Πάγκαλου, μέσα στα πλαίσια του τότε προγράμματος επανεξοπλισμού που ξεκίνησε, προχώρησε στην αγορά 5-6.000 μονάδων του όπλου στην Ελληνική εκδοχή, που σήκωσε και το κύριο βάρος των αναγκών της χώρας σε οπλοπολυβόλα, κατά τον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο του ’40 -’41. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα ήταν προσαρμοσμένο για τα Ελληνικά πυρομαχικά των 6,5 mm, γεγονός που διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό. Η έλλειψη ομοιογένειας πυρομαχικών του ετερόκλητου Ελληνικού οπλοστασίου αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ΕΣ στην Αλβανία. Το Χότσκις ήταν ένα καλό και αξιόπιστο όπλο, όχι ιδιαίτερα παρωχημένο ακόμα στα 1940 και μάλιστα απέναντι στον Ιταλικό στρατό, που την εποχή εκείνη διέθετε ίσως τα χειρότερα οπλοπολυβόλα στον κόσμο.
Steyr Mannlicher-Schönauer | ||
---|---|---|
Mannlicher-Schönauer | ||
Περιγραφή | ||
Τύπος | Τυφέκιον, Αραβίδα | |
Προέλευση | Αυστρο-Ουγγαρία | |
Υπηρεσιακή ιστορία | ||
Υπηρεσία | 1907-1941 | |
Χρήστες | Ελλάδα, Αυστρο-Ουγγαρία | |
Πόλεμοι | Α΄,Β΄Βαλκανικός, Ελληνοτουρκικός (1919-1922), Α΄,Β΄Π.Π. | |
Ιστορία παραγωγής | ||
Σχεδιαστής | Otto Schönauer και Ferdinand Mannlicher | |
Χρονολογία σχεδίασης | 1903 | |
Κατασκευαστής | Steyr | |
Χρονολογία παραγωγής | 1907 | |
Ποσότητα | ~350.000 | |
Κόστος μονάδας | - | |
Εκδόσεις | M1903/14, Μ1903/14/27, Μ1903/14/30 | |
Τεχνικά χαρακτηριστικά | ||
Διαμέτρημα | 6,55 mm | |
Βάρος | 3,83 kg | |
Μήκος | 1.226 mm | |
Μήκος κάνης | 725 mm | |
Χαρακτηριστικά λειτουργίας | ||
Λειτουργία | Επαναληπτικό κινητού ουραίου | |
Φυσίγγια | 6.5 mm × 54 Mannlicher-Schönauer | |
Ταχυβολία | 10-15 βολές/λεπτό | |
Ταχύτητα εξόδου βλήματος | 678 m/s | |
Βεληνεκές | - | |
Μέγιστο βεληνεκές | - | |
Αναχορηγία | Εσωτερική, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών για συνδετήρα 5 φυσιγγίων | |
Κλισιοσκόπιο | Κινητός πίνακας κλιμάκωσης 200-2.000 m |
Το Mannlicher-Schönauer (Μάνλιχερ-Σενάουερ) υπήρξε ένας τύπος επαναληπτικού τυφεκίου, με περιστροφικό γεμιστήρα, που παρήχθη από τη Steyer-Mannlicher για τον Ελληνικό Στρατό και αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από το στρατό της Αυστρο-Ουγγαρίας.
Πίνακας περιεχομένων |
Στα τέλη του 19ου αιώνα τα σχέδια τυφεκίων Μάνλιχερ του Αυστρο-Ουγγρικού στρατού χρησιμοποιούσαν την αρχή του κινητού ουραίου «ευθείας έλξης», που βασίζονταν σε παρωχημένα φυσίγγια μεγάλου διαμετρήματος. Γύρω στα 1900, το εργοστάσιο Στάγερ (Steyr) άρχισε να αναπτύσσει νέα σχέδια, με σύγχρονα, πιο αποτελεσματικά πυρομαχικά, κυρίως για εξαγωγές.
Το πλέον επιτυχημένο από αυτά τα πειραματικά τυφέκια ήταν το Ελληνικό Mannlicher-Schönauer M1903 των 6,5 mm. Το χαρακτηριστικό κινητό ουραίο ευθείας έλξης καταργήθηκε προς χάριν ενός πιο κλασσικού στρεφόμενου ουραίου, όπως εκείνα των σχεδίων Μάουζερ (Mauser). Αντιγράφοντας τη μέθοδο Mauser, αρκούσε να σηκωθεί και να ξανακατέβει το κινητό ουραίο για να οπλιστεί ο επικρουστήρας. Η αρχή λειτουργίας είχε σχεδιαστεί από το διάσημο Αυστριακό οπλουργό Φέρντιναντ Μάνλιχερ (Ferdinand Mannlicher), εφευρέτη του γεμιστήρα και δημιουργού πολλών τύπων τυφεκίων που χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες από τους στρατούς πολλών κρατών σε μεγάλους αριθμούς. Η πρωτότυπη, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών σχεδιάστηκε από τον Ότο Σέναουερ (Otto Schönauer), διευθυντή τότε της Österreichische Waffenfabriksgesellschaft (Αυστριακής οπλοβιομηχανίας), της σημερινής Steyr Mannlicher. Το κοίλο κάννης έφερε 4 αυλάκια με στροφή από αριστερά προς τα δεξιά, με βάθος 0,15 mm και βήμα (συμπλήρωση στροφής) μήκους 200 mm. H περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών προορίζονταν να δώσει λύσεις σε προβλήματα εισαγωγής γεμιστήρα που παρουσίαζαν τότε τα φυσίγγια με προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα. Το επιτυχημένο σχέδιο Σενάουερ που χρησιμοποιήθηκε από το Ελληνικό τυφέκιο προσέφερε πράγματι ασφαλέστερη γόμωση αλλά το φυσίγγιο που επέλεξε ο Ελληνικός στρατός δεν διέθετε προεξέχοντα χείλη, έτσι που ο περίπλοκος περιστροφικός μηχανισμός δεν προσέφερε ουσιαστικά οφέλη στην προκειμένη περίπτωση.
Ο περιστροφικός μηχανισμός της αποθήκης πυρομαχικών Σενάουερ που θεωρήθηκε ευπαθής για στρατιωτική χρήση από τις περισσότερες χώρες στις αρχές του αιώνα, δεν παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα και η απαλή λειτουργία του κομψού και ελαφρού Ελληνικού όπλου συμπληρωνόταν από διάφορες καινοτομίες και πρωτοποριακά εξαρτήματα, που του έδιναν κάποιο προβάδισμα σε σχέση με άλλα πιο διαδεδομένα όπλα. Το Ελληνικό Μάνλιχερ διέθετε επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας και αξιοπιστίας, προερχόμενα από τις υψηλές απαιτήσεις των αγοραστών της κυνηγετικής έκδοσης που τότε θεωρούνταν το «όπλο ενός τζέντλεμαν» και τα οποία δεν είχαν προλάβει να συμπεριληφθούν π.χ. στα διάσημα Γερμανικά Mauser που όπλιζαν τους περισσότερους στρατούς της εποχής. Από αυτή την άποψη, η καθυστερημένη αγορά όπλων νέας γενεάς από την Ελλάδα αποδείχθηκε προνομιακή.
Η Ελλάς θέσπισε τα τυφέκια και τις αραβίδες Μάνλιχερ-Σενάουερ σαν πρωτεύοντα όπλα του στρατού στα 1904. Το πρώτο συμβόλαιο για 60.000 τεμάχια με την κατασκευάστρια εταιρία υπογράφηκε στα τέλη του 1905. Στα 1907 άρχισαν οι πρώτες παραλαβές. Μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το Φθινόπωρο του 1912 ο Ελληνικός Στρατός είχε παραλάβει συνολικά 130.000 τυφέκια και αραβίδες, καθώς και 100 εκατομμύρια φυσίγγια κατασκευασμένα τόσο στην Αυστρο-Ουγγαρία, όσο και στην Ελλάδα από το ΕΠΚ. Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το βασικό όπλο των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13.
Στα 1914, όταν η εισαγωγή όπλων από την Αυστρο-Ουγγαρία διεκόπη απότομα, η ουδέτερη Ελλάδα διέθετε στο οπλοστάσιό της 190.069 τυφέκια και αραβίδες Μάνλιχερ Σενάουερ Μ1903 και Μ1903/14, ενώ το υπόλοιπο της παραγωγής της εμπόλεμης Αυστρίας διοχετεύτηκε στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Μέρος εξ αυτών δόθηκε μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα από τους συμμάχους. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στα 1922, το σύνολο των όπλων που είχε απομείνει σε Ελληνικά χέρια έφτανε μόλις τα 96.000 τυφέκια και τις 8.650 αραβίδες, όλα όπλα φθαρμένα, χρήζοντα επισκευών και με παντελή έλλειψη ανταλλακτικών. Η Ιταλία μετά τον πόλεμο είχε παραλάβει ποσότητες πολεμικού υλικού από την Αυστρία ως μέρος των πολεμικών της αποζημιώσεων και άφθονα εξαρτήματα και υλικά Ελληνικών όπλων καθώς και μηχανές παραγωγής πέρασαν στα χέρια της Ιταλικής βιομηχανίας Societa Industria Ernesto Breda. Στα 1925, με την Αυστρία προσωρινά να αδυνατεί να παράγει όπλα λόγω των περιοριστικών όρων της συνθηκολόγησης, η Ελλάδα παρήγγειλε 100.000 νέα τυφέκια στην Ιταλική εταιρία, με κάποιες τροποποιήσεις σε σχέση με τα παλαιότερα όπλα και έτσι δημιουργήθηκε το υπόδειγμα Μ1903/14/27, που άρχισε να παραλαμβάνεται στα 1927 από τον Ελληνικό στρατό. Μια τελευταία παραγγελία έγινε προς την Αυστριακή Steyr Werke AG (SWAG) στα [[1930]), για 25.000 αραβίδες Μ1903/14/30, οπότε και ολοκληρώθηκε η παραγωγή του όπλου. Συνολικά η Ελλάδα παρέλαβε περίπου 320.000 όπλα Μάνλιχερ Σενάουερ όλων των τύπων, εκ των οποίων λιγότερα από 230.000 απέμεναν πλέον στο Ελληνικό οπλοστάσιο, κατά τις παραμονές του πολέμου με την Ιταλία.
Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το κύριο όπλο του Ελληνικού Στρατού σχεδόν για όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και οπωσδήποτε το βασικότερο σύντροφο του Έλληνα στρατιώτη σ τις πλέον σημαντικές πολεμικές περιπέτειες που γνώρισε η χώρα στη σύγχρονη ιστορία της. Κατά τις περιόδους 1912-1922 και 1940-1949, η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν ακατάπαυστα σε κατάσταση πολέμου και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο το τουφέκι αυτό χρησιμοποιήθηκε εντατικά στην εκστρατεία της Ανατολικής Θράκης, την εκστρατεία της Ουκρανίας, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά και εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη συνθηκολόγιση του Ελληνικού στρατού, δεν ήταν λίγοι οι στρατιώτες που, επιστρέφοντας στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, πήραν μαζί τους τα όπλα τους, έτσι πολλά πέρασαν στα χέρια της Εθνικής Αντίστασης προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες, και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στον Ελληνικό Εμφύλιο.
Στα 1950, αποσυρθέντα αποθέματα του Ελληνικού στρατού πουλήθηκαν στις ΗΠΑ, πολλά μετατράπηκαν σε όπλα κυνηγίου και κάποια κυκλοφορούν ακόμα στη διεθνή αγορά για ιδιωτική χρήση, από συλλέκτες και σκοπευτές. Η χρήση των Ελληνικών πυρομαχικών στο κυνήγι σήμερα δεν επιτρέπεται πλέον, αλλά τεράστιες ποσότητες μιας ευρείας ποικιλίας κυνηγετικών εκδόσεων σε άλλα διαμετρήματα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο.
Στα 1903 εμφανίστηκε και μια ιδιωτικής χρήσης, κυνηγετική εκδοχή του όπλου, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής παγκοσμίως στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων. Η χρήση μιας μακριάς, βαριάς βολίδας μικρού διαμετρήματος εξασφάλιζε τρομερή διατρητική ισχύ στο Μάνλιχερ, που μπορούσε έτσι να εξασφαλίζει φονικά πλήγματα επί ογκωδών ζώων με μεγάλη μυϊκή μάζα και χοντρά κόκαλα, που άλλα «ισχυρότερα» όπλα δεν μπορούσαν να εγγυηθούν. Η δε χαμηλή ανάκρουση του χαμηλής κινητικής ενέργειας φυσιγγίου, καθιστούσε το όπλο ευχάριστο και ξεκούραστο στη χρήση, ενώ έκανε και ευκολότερη την εκτέλεση βολών ακριβείας. Η θρυλική κυνηγετική έκδοση κυκλοφόρησε σε πληθώρα διαμετρημάτων για διάφορα φυσίγγια και διάσημοι κυνηγοί, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ μεταξύ άλλων, κυριολεκτικά το εξύμνησαν για την αποτελεσματικότητά του.
Δύο βελτιώσεις Ελληνικής σχεδίασης του όπλου προτάθηκαν χωρίς ποτέ να υλοποιηθούν. Το σχέδιο «Φιλιππίδη» άργησε να κατατεθεί στην Ιταλική εταιρία Breda που ανέλαβε την κατασκευή μιας συμπληρωματικής ποσότητας όπλων για τον Ελληνικό στρατό στα 1925. Η δεύτερη βελτίωση σχεδιάστηκε από τον Υπολοχαγό του Ελληνικού στρατού Ρ. Ριγόπουλο, κατά τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Περιελάμβανε ριζικές αλλαγές, με τροποποιημένα ή και επανασχεδιασμένα εξαρτήματα, που αύξαναν δραματικά τις δυνατότητες του όπλου. Το νέο σχέδιο εγκρίθηκε από την Ελληνική στρατιωτική ηγεσία αλλά ο πόλεμος εμπόδισε την υλοποίησή του.
(Υπόθεση του αρθρογράφου:
Στη δεκαετία του ’30, παρά τα διδάγματα της πολεμικής εμπειρίας που ήθελε τους οπλίτες να μη χρησιμοποιούν γενικά τα τυφέκιά τους σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 400-500 μέτρων, χώρες που είχαν πορευθεί επί μισό αιώνα με όπλα μικρού διαμετρήματος, όπως η Ιταλία και η Ιαπωνία, είχαν αποφασίσει να συνταχθούν με τις αμετανόητες χώρες που επέμεναν σε ισχυρότερα πυρομαχικά, μεγαλύτερης κινητικής ενέργειας και μεγαλύτερου διαμετρήματος. Η Ελλάδα την περίοδο εκείνη είχε μπει στην ίδια διαδικασία και βρισκόταν εν μέσω προγράμματος επανεξοπλισμού, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, διακόπτοντας το πρόγραμμα αυτό. Θέλοντας να μεταπηδήσει στο «Γερμανικό» διαμέτρημα των 7,92 mm, που θεωρούνταν πρότυπο για τους στρατούς όλου του κόσμου την εποχή εκείνη, ο Ελληνικός Στρατός είχε αρχίσει να εισαγάγει ανάλογα όπλα και οι τροποποιήσεις του σχεδίου «Ριγόπουλου» -επιφυλακτικά εικάζουμε πως- ίσως να προέβλεπαν και την αλλαγή διαμετρήματος. Αν αληθεύει αυτό, η μετατροπή θα οδηγούσε σε ένα Μάνλιχερ με πιο δυσάρεστη ανάκρουση και κουραστικότερη χρήση).